
Η ρητορική μίσους έχει εξελιχθεί σ΄ ένα πρόβλημα, που δεν φαίνεται ν΄ απασχολεί τον μέσο πολίτη ή ακόμη και τα στελέχη των κομμάτων, παρά μόνο αν απασχολεί τα ίδια. Η ρητορική μίσους δεν αφορά μόνο στους Ρομά, στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, στην ηλικία, στα κιλά. Φαίνεται σε κάθε βήμα, όταν απουσιάζει η επιχειρηματολογία και μπαίνει μπροστά ο θυμός, η βία, η ανελέητη κριτική όχι με όρους πολιτικούς αλλά με τη μορφή προσωπικής εχθροπάθειας.
Αυτή η καλλιέργεια του μίσους βέβαια δεν είναι χωρίς συμφέρον. Υπάρχουν άνθρωποι κι ανθρωπάκια, που κρύβονται πίσω απ΄ όλα αυτά με μηχανισμούς προπαγάνδας ή και άμυνας. Οι κυβερνοεπιθέσεις με μηνύματα μίσους έχουν οξυνθεί. Κι αυτό, όσο κι αν νομίζουν μερικοί, που το προωθούν πως μπορεί να πάει καλά τα μεσομακροπρόθεσμα αποτελέσματα δεν είναι υπέρ του κοινοβουλευτισμού, σε μία χώρα που επλήγη από δικτατορίες κι εμφύλιους διχασμούς. Οδηγεί στην αγκαλιά της Ακροδεξιάς.
Οι παλαιότερες πορείες λειτουργούσαν εκτονωτικά αλλά είχαν και ένα πολιτικό μήνυμα. Σήμερα το πολιτικό μήνυμα περνά κυρίως μέσα από τα πληκτρολόγια. Η ουσιαστική κριτική εξαϋλώνεται και τη θέση της, ακόμη και από γνωστά στελέχη κομμάτων, παίρνει η διάλυση του αντιπάλου με οποιοδήποτε τίμημα. Εξόντωση μέχρι τέλους στην παλαίστρα των πληκτρολογίων, με βρισιές, σχολιασμούς που δεν αφορούν στα λόγια ή στις πράξεις ενός δημόσιου προσώπου αλλά στην άνευ όρων ψηφιακή δολοφονία του.
Οι γυναίκες, δε, στην πολιτική είναι αυτές που πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα, για το αν ντύνονται ωραία, αν φορούν ωραία ρούχα, αν έχουν ακριβά παπούτσια, πολυτελείς τσάντες, κοσμήματα κ.ά. Το πρόβλημα στην πολιτική όμως δεν είναι τι έχεις. Είναι αν αυτό που φοράς είναι κλεμμένο, αν δεν το δούλεψες για να το αποκτήσεις, αν στο έκανε δώρο ο χι επιχειρηματίας στον οποίο τελικά οφείλεις χάρες, όταν εκλεγείς.
Η στοχοποίηση προσώπων εξυπηρετεί σαφώς συγκεκριμένους κύκλους – όταν προέρχεται από συγκεκριμένες εστίες, πολιτικές, επιχειρηματικές κ.ά. Όμως, το πρόβλημα μεταφέρεται πια στους πολίτες, οι οποίοι λόγω των παρατεταμένων κρίσεων, που έχει περάσει η Ελλάδα, αναζητούν τρόπους να εκδηλώσουν την οργή τους.
Η οργή αυτή, η οποία όμως έχει χαρακτηριστικά θυμικού δεν έχει την παραμικρή αξία αν δεν έχει πίσω της, θετικό πρόσημο.
Αυτή η οργή εκφράζεται προς πάσα κατεύθυνση. Όλοι εναντίον όλων. Χαρακτηριστική είναι η επίθεση που δέχτηκε η Καίτη Φίνου, ηθοποιός γιατί ζει στο Σπίτι του Ηθοποιού. Γιατί η αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ Ρένα Δούρου μίλησε για την εμμηνόπαυση. Γιατί η Όλγα Γεροβασίλη έφυγε από αντιπρόεδρος και θέλει να συμπράξει με τον Αλέξη Τσίπρα` γιατί τη θέση της διεκδικεί η Έλενα Ακρίτα. Αλλά αυτή η ανελέητη κριτική δεν έχει τελειωμό και είναι τρομακτική απέναντι στις γυναίκες, που μεγαλώνουν, παίρνουν κιλά, έχουν ρυτίδες. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για τη γυναίκα του Πίτερ Μπρόσναν και πόσο καλός είναι που την κρατά ακόμη επειδή έχει παραπάνω κιλά. Τι είναι για να την πετάξει; Για μπιμπελό μιλάμε;
Η υστερία του πληκτρολογίου δεν αποτελεί μόνο μία δόση εκτόνωσης. Αποτελεί ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, που θα πρέπει να μας προβληματίσει για τα οργίλα συναισθήματα ακόμη και προς ανθρώπους που οι αποφάσεις τους δεν επηρεάζουν τη δική μας ζωή. Όχι με επιχειρηματολογία αλλά με στόχο να βρούμε τα τρωτά σημεία του άλλου και να τον πονέσουμε συναισθηματικά και να τον τρολάρουμε, κρυμμένοι πίσω από τη μάσκα των κοινωνικών δικτύων, γιατί απλά μπορούμε.