
Έχοντας μπει στην τελική ευθεία του προεκλογικού αγώνα των κομμάτων, ερχόμαστε να εξετάσουμε την σοβαρή υπόθεση του ρόλου των socialmedia. Φυσικά, κάθε μέσο κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο, το οποίο μεγιστοποιεί τα επιτυχημένα του αποτελέσματα, λαμβάνοντας υπόψιν δύο σημαντικούς παράγοντες: το πρόσωπο που εμφανίζεται σε αυτό καιτο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που το διαχειρίζονται. Όπως βλέπουμε, oανθρώπινος παράγοντας είναι παρών και στις δύο περιπτώσεις, κάτι που μας διδάσκει, ότι ακόμα και στην πολιτική σκηνή η ομάδα κάνει τη διαφορά.
Το έργο ενός πολιτικού φαντάζει δυσκολότερο με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό συμβαίνει, διότι το κάθε μέσο απευθύνεται σε διαφορετικές γενιές. Το πιο ηχηρό παράδειγμα που αντικατοπτρίζει την αλλαγή στο μιντιακό προσκήνιο είναι η χρήση τουFacebook, το οποίο πριν από μία δεκαετία ήταν το μέσο κοινωνικής δικτύωσης που συγκέντρωνε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του μέσου χρήστη των socialmedia, ενώ σήμερα συναντάμε πολλών ειδών πλατφόρμες, η καθεμία από τις οποίες στοχεύει σε διαφορετικό targetgroup, λόγω και της διαφοροποιημένης τεχνικής και χρήσης.
Αδιαμφισβήτητα, τα socialmediaμπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προεκλογικό και μετεκλογικό εργαλείο για την ταχύτερη επιρροή του κοινού. Στη φετινή πολιτική επικοινωνία, οι υποψήφιοι εμφανίζονται σαφώς πιο εξοικειωμένοι με αυτά, ενώ κατά παράδοξο τρόπο συγκρατημένοι μεν, λόγω της άμεσης (υπερ)έκθεσης και των «δύσκολων» ορίων που υπάρχουν εντός αυτών, αρκετά τολμηροί δε να πειραματιστούν με πλατφόμρες που απευθύνονται σε μια πολύ «δύσκολη» πολιτικά και νεαρή γενιά, όπως το TikTok.
Μια άλλη προσλαμβάνουσα που έχουμε στα φετινές εκλογές, είναι η πιο γήινη πλευρά των πολιτικών, οι οποίοι τολμάνε να αποτάξουν το πολιτικό τους κοστούμι για να (απο)δείξουν ότι η νοοτροπία τους δεν είναι αποκλίνουσα από εκείνη του απλού πολίτη. Μάλιστα, στη νέα αυτή εικόνα βλέπουμε αρκετούς να «τσαλακώνονται» μέσα από αναρτήσεις, οι οποίες προβάλλουν και τις δυσκολίες του επαγγέλματος, φαινομενικά πιο «αδύναμες» θα λέγαμε στιγμές. Κι όμως, αυτό το πολιτικό τρικ της επίκλησης στο συναίσθημα είναι τόσο δυνατό, όσο και υποσυνείδητο. Από τον Μπάρακ Ομπάμα μέχρι τον Μακρόν, οι Έλληνες πολιτικοί επιδιώκουν να «στήσουν» μια τυχαία μα αληθινή τους στιγμή, η οποία τις περισσότερες φορές τους φέρνει πολύ καλύτερα αποτελέσματα, σε σύγκριση με οποιαδήποτε εκστρατεία έχουν χτίσει.
Η νέα εποχή της πολιτικής επικοινωνίας επιβάλλει την χρήση των socialmedia, δημιουργώντας έναν κλάδο marketing, ο οποίος χρήζει μελέτης παραγόντων επιτυχίας ή/και αποτυχίας. Η σωστή χρήση του κάθε μέσου μπορεί να παράξει εξαιρετικά αποτελέσματα, παρ’ όλα αυτά η σκέψη του τρόπου που θα πρέπει να αναπαραχθεί κάτι και σε πιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, είναι αυτό το οποίο θέλει διαρκή έλεγχο και εξελικτική γνώση, ανάλογα πάντα το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε. Άμεσος στόχος είναι η θετική επιρροή, με έξυπνα και σύντομα μηνύματα, τα οποία αποτυπώνονται υποσυνείδητα, σε συνδυασμό πάντα με το κόμμα και τους εκπροσώπους, ακόμη και τη βασική χρωματική παλέτα κάθε παράταξης.Πολιτική και socialmediaσυγκλίνουν σε μία βασική αρχή: το φαίνεσθαι ή αλλιώς την εικόνα, όπου εκεί κρύβεται η επιτυχία και η αποτυχία.