
ΕΙΜΑΣΤΕΤΕΛΙΚΑ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ Ή… ΠΡΟΔΟΤΕΣ;

Γράφει η Μαρία Φωτάκη-Δημοσιογράφος
Με αφορμή το νέο κύκλο «προειδοποιήσεων» για τουρκική επέλαση στην Ελλάδα, που μία μερίδα δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίαςέχει ανοίξει,υπάρχει σίγουρα ένα δεδομένο, διανύουμετουλάχιστον έως σήμερα μία ήρεμη περίοδο στο Αιγαίο, και βέβαια δεν βλέπουμε καμία εμπρηστική πολική από την πλευρά της Τουρκίας.
Αυτή όμως η καλή εικόνα των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίαςφαίνεταινα «ενοχλεί» κάποιους που κατηγορούν την κυβέρνηση για αίολα πράγματα και αυτό, ίσως λέμε τώρα, γιατί μέσα από την «καταστροφή» ενός σκηνικού «αγωνίας» της συνέχειας του ελληνισμού που έχει φτιαχτεί για τηνεπιβίωσημας, έχοντας ένα πολύ «κακό γείτονα» απέναντί μας, αυτός ο κύκλων ανθρώπων δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας κάτι χάνει. Συνήθως δε η διασπορά ενός φόβου σε μία κοινωνία, και εν προκειμένου ο φόβος για την εθνική μας κυριαρχία, έχει να κάνει με την «τσέπη» κάποιων.
Εάν όμως θέλουμε να βάλουμε μία τάξη σε όλα όσα ακούμε το τελευταίο διάστημα σχετικά με τις διαφορές μας με την Τουρκία, οι λύσεις φαίνεται να είναι τρεις: Είτε μέσα από μία διήμερή διαπραγμάτευση και συμφωνία, είτε μέσω μίας απόφασης ενός Διεθνούς Δικαστηρίου, ή τελικά στο πεδίο μιας πολεμικής σύγκρουσης, κάθε μία βέβαια από αυτές τις λύσεις εμπεριέχουν μεγάλα ρίσκα τόσο πολιτικά όσο και εθνικά.
Αν επί παραδείγματι η λύση είναι η προσφυγή σε ένα Διεθνές Δικαστήριο αυτό αποκλείεται να δώσει δίκιο μόνο στην Ελλάδα και αυτό γιατί απλά θα προσπαθήσει να βρει μία συμβιβαστική λύση, όπως είθισται να κάνουν πάντοτε αυτά τα Δικαστήρια.
Από την άλλη μια διήμερής διαπραγμάτευση μάλλον δε θα οδηγούσε σε κάποια συμφωνία εφόσον η Τουρκία συνεχίζει να επιμένει σε κάποια ζητήματα όπως αυτό της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά και βραχονησίδες που έχει βάλει στο τραπέζι των συζητήσεων μετά το επεισόδιο στα Ίμια, όπως και της αποστρατικοποίησης των Ελληνικών νησιών.Αυτά όμως έχουν πολλές φορές ξεκαθαριστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση, τονίζοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να βάλει στο τραπέζι των συζητήσεων Εθνικά θέματα, άρα η όποια «αγωνία» για το μέλλον της Ελλάδας που μας «πουλάνε» κάποιοι είναι ουσιαστικά ένα παραμύθι.
Εδώ θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το μόνο που έχει βάλει προς συζήτηση η κυβέρνηση είναι ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας αλλά και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και τίποτα άλλο. Ακόμα και εάν η Τουρκία επιμένει να θέτει ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά και βραχονησίδες η συνθήκη της Λοζάνης είναι ξεκάθαρη, πέραν των τριών ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Τουρκίας είναι ελληνικό, τελεία. Την συνθήκη βέβαια αμφισβητεί ο ΤαγίπΕρντογάν αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι εφαρμόζεται.
Τώρα για την απειλή ενός πολέμου με τη γείτονα χώρα και τις «κορώνες» που ακούμε ότι θα δούμε ξαφνικά τους Τούρκους στο Σούνιο, μόνο ως ανέκδοτο μπορούμε να το εκλάβουμε.
Το κακό είναι ότι οι όποιες πολιτικές «κριτικές»γίνονται σήμερα για τα Ελληνο-Τουρκικά και το ότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει το διάλογο με την Άγκυρα, κυρίως από τις ακροδεξιές παρατάξεις, δεν έχουν ίχνος ορθολογισμού, και το χειρότερο, διαχωρίζουν τους Έλληνες σε πατριώτες και προδότες, και αυτά πριν καν αποσαφηνιστεί τι μπορεί να επιτευχθεί μέσα από αυτό το διάλογο.
Αυτό που εν τέλειπρέπει να γίνει απόλυτα ξεκάθαρο είναι ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί μπαίνοντας το κυβερνόν κόμμα σε ένα διάλογο επίλυσης των προβλημάτων με την Τουρκία είναι να μην κατορθώσει απολύτως τίποτα και τελικά ναεγκαταλείψει την πολυδιαφημιζόμενη προσπάθεια διαπραγμάτευσης. Κάτι τέτοιο βέβαιαθα δώσει το πολυπόθητο «οξυγόνο» στην ακροδεξιά πτέρυγα, που κάθε μέρα ασχολείται με τους χάρτες και το πως μετακινεί αεροπλάνα, πλοία και στρατό η Άγκυρα, χάρτες που στην πραγματικότητα είναι για τα σκουπίδια.
Στο δε τώρα αμιγώς πολιτικό σκέλος η κυρία, από τους δύο αυτούς ανθρώπους της ακροδεξιάς που διοχετεύουν καθημερινά το φόβο μιας τουρκικής επέλασης, όταν βρέθηκε στην Ευρώπη εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή ομάδα του Βίκτωρα Ορμπάν πουτους τελευταίους μήνες έχει υποστηρίξει δημόσια την Τουρκία ακόμα και για την εισβολή στην Κύπρο, έχει υποστηρίξει τα Σκόπια να ονομάζονται Μακεδονία και έχει ζητήσει οι μετανάστες όλης της Ευρώπης να στέλνονται στις χώρες πρώτης υποδοχής, δηλαδή στην Ελλάδα. ‘Έχει εκφράσει δηλαδή τρεις κολοσσιαίες ανθελληνικές θέσεις… τα συμπεράσματα δικά σας.
Μαρία Ι. Φωτάκη