
Ο Δήμαρχος Νέας Σμύρνης Γιώργος Κουτελάκης δείχνει ολοένα και πιο καθαρά ότι επιθυμεί να κυβερνά τον Δήμο ως μοναδικό κέντρο ισχύος, περιορίζοντας την πραγματική εξουσία των αντιδημάρχων και μειώνοντας ουσιαστικά τη σημασία της ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Η πρόσφατη απόφαση να αφαιρέσει από τον Θεόδωρο Μάντζιο την ευθύνη της Καθαριότητας και να την αναλάβει ο ίδιος δεν μοιάζει με μια απλή οργανωτική διόρθωση, αλλά με ένα ακόμη βήμα σε μια πορεία απόλυτου συγκεντρωτισμού.
Το μοναδικό δημόσιο «καμπανάκι» προς τον Μάντζιο
Σε αντίθεση με όσα αρχικά θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, δεν υπήρξε κάποιο θεαματικό, βαρύ επεισόδιο σύγκρουσης ανάμεσα σε Κουτελάκη και Μάντζιο μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο. Το μόνο περιστατικό που έχει καταγραφεί αφορά τη στιγμή που, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης όπου συζητούνταν η αύξηση των δημοτικών τελών –ένα θέμα που πολιτικά «ανήκει» στον Μάντζιο ως αρμόδιο για την πόλη και τον δημόσιο χώρο– ο Αντιδήμαρχος βρισκόταν εκτός αίθουσας, στο τηλέφωνο.
Τότε ο Κουτελάκης τον κάλεσε δημόσια να επιστρέψει μέσα, υπογραμμίζοντας ότι ως πολιτικά υπεύθυνος για τον συγκεκριμένο τομέα όφειλε να είναι παρών στη συζήτηση. Δεν επρόκειτο για θεαματικό καβγά, αλλά για ένα σαφές, δημόσιο «καμπανάκι» πειθαρχίας – ένα στιγμιότυπο που όμως, εκ των υστέρων, μοιάζει να προϊδέαζε για τη σταδιακή περιθωριοποίηση του Μάντζιου.
Η αφαίρεση της Καθαριότητας: πολιτική επιλογή, όχι τεχνική διόρθωση
Η απόφαση της 16.01.2026, με την οποία ο Δήμαρχος παίρνει στο δικό του γραφείο την Καθαριότητα για όλη τη νέα περίοδο, ενώ μέχρι τότε βρισκόταν στο χαρτοφυλάκιο του Μάντζιου, αλλάζει τις εσωτερικές ισορροπίες στον Δήμο. Η Καθαριότητα δεν είναι μια «ουδέτερη» υπηρεσία: συνδέεται με τα δημοτικά τέλη, με την καθημερινή εικόνα της πόλης, με το ποιος εισπράττει τη δυσαρέσκεια του πολίτη για τους κάδους, τους δρόμους, τα πεζοδρόμια.
Όταν λοιπόν ο Δήμαρχος επιλέγει να αφαιρέσει αυτό το χαρτοφυλάκιο από τον Αντιδήμαρχο Πόλης και να το συγκεντρώσει προσωπικά, δεν μπορεί να διαβαστεί απλώς ως “βελτίωση συντονισμού”. Δείχνει έναν Δήμαρχο που θέλει να έχει τον άμεσο έλεγχο στο πιο ευαίσθητο μέτωπο, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι αποδυναμώνει τον μέχρι πρότινος βασικό του συνεργάτη στον τομέα.
Αντιδήμαρχοι με τίτλους, αλλά χωρίς πραγματικό βάρος
Την ίδια στιγμή, η συνολική εικόνα των αντιδημάρχων του Δήμου δείχνει ένα σχήμα όπου ο Δήμαρχος κρατά για τον εαυτό του τα βαριά πολιτικά “κλειδιά”, ενώ στους άλλους μοιράζει θεματικά, συχνά χαμηλής έντασης χαρτοφυλάκια.
Ο κατάλογος των αρμοδιοτήτων είναι αποκαλυπτικός:
Χορωδίες, Μπάντα, Μουσείο Θεάτρου Σκιών.
ΚΑΠΗ, Παιδικές Χαρές, Παιδικοί Σταθμοί.
Φιλοζωία, Πράσινο, Αθλητισμός.
Παιδεία, Δια Βίου Μάθηση, Κοινωνική Πολιτική.
Ψηφιακός μετασχηματισμός, ΚΕΠ.
Όλα σημαντικά για την ποιότητα ζωής, αλλά λίγα πραγματικά συγκρουσιακά στην καθημερινή πολιτική τριβή. Η “σκληρή” πρώτη γραμμή –Καθαριότητα, δημοτικός χώρος, τεχνικά, οικονομικές επιπτώσεις προς τον δημότη– καταλήγει στα χέρια του Δημάρχου, αφήνοντας στους αντιδημάρχους περισσότερο ρόλους διαχείρισης θεματικών πεδίων, παρά πραγματική συν-κυβέρνηση.
Ελάχιστη ανάθεση, μέγιστος έλεγχος
Το μοντέλο που προκύπτει είναι ξεκάθαρο: ελάχιστη ουσιαστική ανάθεση εξουσίας, μέγιστη συγκέντρωση στον Δήμαρχο. Οι αντιδήμαρχοι έχουν τίτλους, αρμοδιότητες που ακούγονται θεσμικά σωστές, αλλά στην πράξη είναι «σπασμένα» κομμάτια του παζλ, χωρίς να τους επιτρέπεται να έχουν πλήρη εικόνα ή αποφασιστικό λόγο στα κεντρικά ζητήματα του Δήμου.
Η δυνατότητα του Δημάρχου να ανακαλεί οποιαδήποτε στιγμή αντιδήμαρχο, σε συνδυασμό με το ότι κρατά για τον εαυτό του τον έλεγχο του πιο εκτεθειμένου τομέα, διαμορφώνει ένα μοντέλο διακυβέρνησης όπου ο Δήμος λειτουργεί περισσότερο ως «κάθετη ιεραρχία» παρά ως συλλογικό όργανο. Δεν υπάρχει έντονη εικόνα δημόσιας σύγκρουσης με τον Μάντζιο· υπάρχει όμως ξεκάθαρη ένδειξη ότι, στο τέλος της ημέρας, όποιος δεν ταιριάζει απολύτως στο πλαίσιο ή δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως, απλώς μπαίνει στην άκρη.
Δήμος Νέας Σμύρνης: Αυτοδιοίκηση ή μικρή “μοναρχία”;
Το ερώτημα που γεννιέται δεν αφορά μόνο τον Μάντζιο, αλλά όλο το σύστημα διοίκησης: όταν ένας Δήμαρχος συγκεντρώνει στον εαυτό του τις κεντρικές αρμοδιότητες, περιορίζει την ουσία του ρόλου των αντιδημάρχων και μειώνει τη βαρύτητα των συλλογικών διαδικασιών, πόσο “αυτοδιοικητικό” παραμένει το μοντέλο;
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός Δημάρχου που κυβερνά σχεδόν ως μοναδικός πόλος ισχύος, με αντιδημάρχους περισσότερο διακοσμητικούς παρά συνδιαμορφωτές πολιτικής. Ο θεσμός του Αντιδημάρχου, αντί να λειτουργεί ως εγγύηση αποκέντρωσης ευθύνης και ενίσχυσης της δημοκρατικής λειτουργίας, μοιάζει να μετατρέπεται σε «βιτρίνα» γύρω από έναν πυρήνα εξουσίας που δεν θέλει να μοιραστεί πραγματικά την απόφαση.
Σε μια πόλη όπως η Νέα Σμύρνη, όπου η καθημερινότητα κρίνεται στον δρόμο, στον κάδο, στο πεζοδρόμιο, στη γειτονιά, το στοίχημα δεν είναι μόνο αν ο Δήμαρχος θα πετύχει με τη γραμμή του, αλλά και αν οι πολίτες θα αποδεχτούν σιωπηλά ότι ο Δήμος τους διοικείται de facto από έναν άνθρωπο, με τους υπόλοιπους απλώς να συμπληρώνουν το κάδρο