Αρθρογραφία


Ελληνικό Χρέος, Το Ψυχολογικό Όριο Του 100%

Ψυχογιός Ηλίας | 30/05/2026

Η συζήτηση γύρω από το ελληνικό δημόσιο χρέος εισέρχεται σε μια νέα, καθοριστική φάση, καθώς ο σχετικός δείκτης παρουσιάζει τάσεις ταχείας συρρίκνωσης. 
Από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025, η αναλογία εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 136,8% εντός του 2026, καταγράφοντας μια διόρθωση σχεδόν 10 ποσοστιαίων μονάδων ενώ ο απώτερος στόχος παραμένει η κάθοδος κάτω από το ορόσημο του 100%, μια εξέλιξη που τοποθετείται χρονικά στο διάστημα 2033–2034, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν παρεκκλίσεις από την υφιστάμενη δημοσιονομική πειθαρχία.
Η αδιαμφισβήτητη αυτή επιτυχία δεν είναι τυχαία καθώς εδράζεται σε τρεις διακριτούς τεχνικούς μακροοικονομικούς πυλώνες:
Πρώτον, στη διατήρηση του ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας σε επίπεδα υψηλότερα από το μέσο κόστος δανεισμού, γεγονός που λειτουργεί ως “αυτόματος” μηχανισμός αποσυμπίεσης. Η διαδικασία αυτή ενισχύει τον παρονομαστή του κλάσματος Χρέος/ΑΕΠ, βελτιώνοντας τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. 
Ωστόσο, η μείωση αυτή οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στον υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος διογκώνει τεχνητά το ονομαστικό ΑΕΠ. Οι πολίτες οφείλουν να γνωρίζουν ότι η ισορροπία αυτή ενέχει ρίσκο: εάν ο πληθωρισμός υποχωρήσει απότομα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα δεχθεί εκ νέου ανοδικές πιέσεις. Ευτυχώς, αυτήν την παράμετρο την έχουν ήδη συνυπολογίσει στα μοντέλα τους οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης.
Δεύτερον, στη διατήρηση πλεονασμάτων πέριξ ή και άνω του 3%, η οποία εξαλείφει την ανάγκη προσφυγής σε νέο δανεισμό για την κάλυψη τρεχουσών δανειακών αναγκών. Το μοντέλο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις στρεβλώσεις του παρελθόντος, όπου οι αλόγιστες δαπάνες, ειδικά της περιόδου 2004–2009, οι παλαιότερες πελατειακές δομές και η αποβιομηχάνιση της χώρας δημιούργησαν τα ελλείμματα που οδήγησαν στα μνημόνια και στην ντροπιαστική για την χώρα προσφυγή στο ΔΝΤ.
Τρίτον και σημαντικότερο, στην πρόωρη εξόφληση διμερών και διακρατικών υποχρεώσεων, όπως η καταβολή των 6,9 δισ. ευρώ για τα δάνεια του GLF στα μέσα του 2026 και η σταδιακή απομείωση των τίτλων του EFSF. Τέτοιες κινήσεις περιορίζουν άμεσα το απόλυτο ονομαστικό μέγεθος του χρέους, επιφέροντας παράλληλα σημαντική εξοικονόμηση πόρων από τους τόκους που θα καταβάλλονταν μελλοντικά.
Πέρα από τα τεχνικά θέματα όμως, η ουσιαστική σημασία της πτώσης του χρέους κάτω από το 100% δεν αφορά απλώς την ευημερία των δεικτών, αλλά τη ριζική αναδιάρθρωση του προφίλ κινδύνου της χώρας (country risk), η οποία μεταφέρεται άμεσα στην πραγματική οικονομία.
Πρώτον, η αποδέσμευση πόρων από την υποχρεωτική εξυπηρέτηση παλαιών δανείων επιτρέπει τη διοχέτευση κεφαλαίων σε δημόσιες επενδύσεις. Αυτές όμως πρέπει να είναι υψηλής πολλαπλασιαστικής ισχύος, ιδιαίτερα από την παρούσα περίοδο και μετά καθώς, Ταμείο Ανάκαμψης τέλος…
Δεύτερον, η μείωση του κρατικού κινδύνου βελτιώνει τους όρους με τους οποίους οι ελληνικές τράπεζες αντλούν ρευστότητα από τις διεθνείς αγορές. Η εξέλιξη αυτή μετακυλίεται σταδιακά στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, μειώνοντας το κόστος χρήματος για τις επιχειρήσεις, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά τους και περιορίζοντας τις πιέσεις στο κόστος παραγωγής.
Τρίτο και τελευταίο (αλλά όχι λιγότερο σημαντικό), θωρακίζεται η μακροοικονομική σταθερότητα απέναντι σε διεθνείς κραδασμούς, όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις στις ενεργειακές διόδους του Ορμούζ. Η διατήρηση δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι αναλύσεις βιωσιμότητας δείχνουν ότι η οικονομία διαθέτει πλέον τις αντοχές να απορροφήσει ακραία σενάρια, ακόμη και με μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της τάξης του 0,4% - 0,8%.
Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται ήδη στις κινήσεις των διεθνών επενδυτών. Οι αγορές ομολόγων οι οποίες ξέρουν (όπως και πριν μπούμε στα μνημόνια) την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας καλύτερα από όλους, λειτουργώντας εμπροσθοβαρώς, τιμολογούν το ελληνικό ρίσκο σε επίπεδα ευνοϊκότερα από εκείνα χωρών με υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση (όπως η Ιταλία). 
Η τάση αυτή, σε συνδυασμό με το υφιστάμενο ταμειακό απόθεμα των 38 δισ. ευρώ, μειώνει σημαντικά τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο ρευστότητας και, κατά συνέπεια, οι οίκοι αξιολόγησης ενσωματώνουν αυτά τα δεδομένα στις εκθέσεις τους για το 2026, με τις θετικές προοπτικές (outlooks) να ανοίγουν τον δρόμο για τις επόμενες αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας.
**Ο Ηλίας Ψυχογιός σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ Πειραιά, Τεχνολογία της Πληροφορίας & Web Technology στο Πανεπιστήμιο του Paisley (Σκωτία) και Τεχνολογίες Έξυπνων Πόλεων & ΙοΤ στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. 

 


Σχόλια

comments powered by Disqus

Διαβάστε επίσης από αυτόν το Συντάκτη: