
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας μοιάζει, με την πρώτη ματιά καπως εντυπωσιακή, καθώς η απασχόληση στην ηλικιακή ομάδα 20 έως 64 ετών έφτασε το 71,7% το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Πρόκειται για την καλύτερη επίδοση από το ξέσπασμα της κρίσης και σηματοδοτεί άνοδο άνω των δέκα μονάδων σε σχέση με το 2019 και σχεδόν δεκαεπτά μονάδων σε σύγκριση με το 2015. Οι απασχολούμενοι τον Σεπτέμβριο ξεπέρασαν τα 4,32 εκατομμύρια και παραμένουν σταθερά πάνω από τα 4 εκατομμύρια από τον Ιούλιο του 2021. Παρόλο που η ανεργία έχει μειωθεί σχεδόν κατά δέκα μονάδες από τον Ιούλιο του 2019 και βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαεπτά ετών, η πανελλαδική έρευνα της Οκτωβρίου 2025 σε 1.500 νέους εργαζόμενους φωτίζει μια λιγότερο θριαμβευτική όψη. Μιλά για μια γενιά που εργάζεται, αλλά αισθάνεται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα. Μόλις το ένα πέμπτο ζει μόνο του. Σχεδόν οι μισοί εξακολουθούν να μένουν με την οικογένεια. Επτά στους δέκα δηλώνουν πως το εισόδημά τους δεν καλύπτει ούτε τις βασικές ανάγκες και πάνω από τους μισούς παραδέχονται οικονομική εξάρτηση από τους γονείς τους. Έτσι, η αυτονομία, η ενηλικίωση και η δημιουργία δικού τους σπιτιού ή επαγγελματικής ταυτότητας μετατίθενται χρονικά, μολονότι τυπικά «ανήκουν» στους εργαζόμενους.
Τα ευρήματα για τη σχέση εκπαίδευσης και απασχόλησης ενισχύουν αυτή την αίσθηση ασυνέχειας. Το 38% δηλώνει ότι η δουλειά του δεν έχει σχέση με τις σπουδές ή την κατάρτιση. Σχεδόν οι μισοί θεωρούν ότι η εκπαίδευση δεν τους προετοίμασε επαρκώς για την αγορά εργασίας. Την ίδια ώρα, το 86% εμφανίζει έντονη διάθεση για συνεχιζόμενη μάθηση και το 65% αισθάνεται επαρκές σε ψηφιακές δεξιότητες. Συνεπώς, η ελληνική αγορά εργασίας μοιάζει να μην αξιοποιεί στην πράξη το πιο μορφωμένο κομμάτι της νέας γενιάς. Αυτό αποτυπώνεται και στην καθημερινότητα στην εργασία. Το 62% δηλώνει ότι η δουλειά επηρεάζει αρνητικά την προσωπική ζωή. Το 60% βιώνει εξουθένωση. Η συνολική ικανοποίηση δεν ξεπερνά το 35%. Κι όμως, η Generation Z δηλώνει με μεγάλη σαφήνεια ότι θέλει δουλειά με νόημα, προτεραιότητα στην ψυχική υγεία, δημιουργικότητα, πρωτοβουλία και σεβασμό στο περιβάλλον και την κοινωνία. Ωστόσο, η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς προστασίας και η έτοιμη αποδοχή άτυπης εργασίας αν δεν υπάρχει άλλη επιλογή συνθέτουν ένα περίργο μίγμα. Μια γενιά που ταυτόχρονα διεκδικεί ένα καλύτερο αύριο και αναγκάζεται να προσαρμόζεται σε καθεστώς επισφάλειας. Πάνω από επτά στους δέκα δεν διαβλέπουν ουσιαστικές επαγγελματικές προοπτικές στη χώρα και σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι θα ήθελαν να εργαστούν στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό ποσοστό εμφανίζεται εξοικειωμένο με την είσοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εργασία, σαν να αποδέχεται ότι το εργασιακό τοπίο αλλάζει πιο γρήγορα απ› ό,τι τα δικαιώματά του.
Χρειάζονται κίνητρα για να μείνουν τα παιδια στον τόπο τους
Η Ελλάδα ιδιαίτερα από το 2023 επιχειρεί να διαμορφώσει ένα περιβάλλον που συγκρατεί τους νέους εργαζόμενους και δημιουργεί συνθήκες επαναπατρισμού για όσους έφυγαν στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το νέο καθεστώς φορολογικών κινήτρων για όσους επιστρέφουν, με σημαντικές μειώσεις φόρου σε εισοδήματα από μισθωτή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα, όντως στοχεύει στην ουσιαστική ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και στη μεταφορά τεχνογνωσίας πίσω στη χώρα σε δύσκολους καιρούς. Στο πεδίο της παραγωγής και της μεταποίησης ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι αποτελεί ειλημμένη απόφαση της κυβέρνησης να στηρίξει έμπρακτα την ελληνική μεταποίηση, ώστε να δημιουργηθούν ποιοτικές θέσεις εργασίας, που θα μπορούν να προσελκύσουν νέα παιδιά τα οποία έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα και σήμερα εργάζονται ή σκέφτονται να εργαστούν στο εξωτερικό, προσφέροντάς τους μια σαφή προοπτική στον τοπο μας. Το ερώτημα που μένει όμως είναι, αν μια κοινωνία μπορεί να θεωρείται πραγματικά σε τροχιά προόδου όταν οι νέοι άνθρωποι νιώθουν ευάλωτοι και ότι τρέχουν σε διάδρομο γυμναστηρίου παραμένοντας στάσιμοι. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ελλάδα έχει κερδίσει αρκετά μέτρα στο πεδίο της απασχόλησης και σε πολλούς τομείς, ωστόσο το στοίχημα είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει αυτά τα «ρεκόρ» σε σταθερή, αξιοπρεπή και δημιουργική εργασία για τη νέα γενιά. Σε εργασία που να επιτρέπει τον σχεδιασμό ζωής την αυτονομία και τη δημιουργία οικογένειας.
Εν κατακλείδι, το ουσιώδες ζητούμενο είναι να εφοδιάσουμε μια νέα γενιά που θα μπορέσει να ευδοκιμήσει στην πατρίδα, στηρίζοντας παράλληλα την προσπάθεια της λύσης του μείζονος ζητήματος της υπογεννητικότητας,ενός ζητήματος που σίγουρα θα πρέπει τεθεί εμπράκτως ως εθνική προτεραιότητα.