
Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης που ξεκινά έχει ιδιαίτερη σημασία για τη χώρα και για το πολιτικό σύστημα. Το χρονικό σημείο κατά το οποίο η πρόταση κατατέθηκε και συζητείται παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς είναι σαφές ότι τα ζητήματα της αναθεώρησης θα αποτελέσουν μέρος του δημόσιου και προεκλογικού διαλόγου μέχρι τις επόμενες εκλογές. Η επόμενη Βουλή θα είναι εκείνη που θα ολοκληρώσει την αναθεώρηση και, επομένως, οι πολίτες θα έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τις θέσεις των κομμάτων για κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα πριν προσέλθουν στις κάλπες.
Η αναθεώρηση δεν πρέπει να συγχέεται με την καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Τα θέματα που τίθενται προς συζήτηση είναι ύψιστης πολιτικής σημασίας. Άλλα αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, άλλα τη λειτουργία του κράτους και άλλα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι απαιτείται ουσιαστική συζήτηση και καθαρές τοποθετήσεις από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.
Μπορώ να καταλάβω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η αντιπολίτευση διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τη συγκέντρωση των αναγκαίων πλειοψηφιών που θα επιτρέψουν στην επόμενη Βουλή να προχωρήσει στις τελικές αλλαγές. Υπάρχουν διατάξεις για τις οποίες μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις ή διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς τον τρόπο που θα διαμορφωθούν στο μέλλον. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου δυσκολεύομαι πραγματικά να κατανοήσω τις αντιρρήσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. Πρόκειται για μια διάταξη η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής επί σειρά ετών και για την οποία υπάρχει ευρύτατη κοινωνική απαίτηση να αλλάξει. Δεν κατανοώ γιατί δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία ως προς την ανάγκη αναθεώρησής της. Όταν αναγνωρίζεται από όλους ότι μια διάταξη χρειάζεται αλλαγή, η άρνηση στήριξης της αναθεώρησής της είναι μια στάση που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί στους πολίτες.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τις Προανακριτικές Επιτροπές της Βουλής. Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι πρόκειται για μια επιλογή που δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί. Ο κομματικός ανταγωνισμός δεν επιτρέπει σε τέτοιες επιτροπές να επιτελέσουν έργο αντίστοιχο με εκείνο που ασκούν οι δικαστικές αρχές. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η κατάργηση της υφιστάμενης διαδικασίας είναι αναγκαία. Το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα αντικατασταθεί αποτελεί αντικείμενο της επόμενης αναθεωρητικής Βουλής και εκεί ασφαλώς μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές απόψεις και προτάσεις.
Ακούγονται επίσης απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να καταθέτει προτάσεις για θεσμικές αλλαγές σε ζητήματα που αφορούν τη Δικαιοσύνη. Δεν συμμερίζομαι αυτή τη λογική. Δεν μπορεί από τη μία πλευρά να ζητείται η συμμετοχή της κυβερνητικής πλειοψηφίας σε συναινέσεις για κορυφαία θεσμικά ζητήματα και από την άλλη να αμφισβητείται το δικαίωμά της να προτείνει αλλαγές προς συζήτηση. Οι θεσμικές προτάσεις κρίνονται από το περιεχόμενό τους και όχι από αφορισμούς.
Αν υπάρχει ένα ζήτημα που κατά τη γνώμη μου απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή από όλα όσα συζητούνται, αυτό είναι το άρθρο 103 του Συντάγματος που αφορά τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Πρόκειται για τη δυσκολότερη διάταξη της αναθεώρησης. Η επόμενη αναθεωρητική Βουλή θα χρειαστεί να εργαστεί με ιδιαίτερη προσοχή και υπευθυνότητα.
Είμαι υπέρ της αξιολόγησης και το έχω υποστηρίξει πολλές φορές. Ταυτόχρονα όμως θεωρώ ότι πρέπει να διαφυλαχθούν η αμεροληψία και η εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Δεν θα ήθελα ποτέ να οδηγηθούμε σε λογικές κομματικών εκδικήσεων ή σε πρακτικές που θα υπονομεύουν τη θεσμική σταθερότητα του κράτους. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η νέα συνταγματική διατύπωση, εφόσον αποφασιστεί η αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης, θα πρέπει να σχεδιαστεί με μεγάλη προσοχή, τεχνική επάρκεια και αίσθημα ευθύνης.
Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια διαδικασία που απαιτεί σοβαρότητα από όλους. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιοι στηρίζουν τις αναγκαίες αλλαγές και ποιοι επιλέγουν να τις απορρίψουν. Και τα κόμματα έχουν την ευθύνη να τοποθετηθούν με σαφήνεια απέναντι σε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της δημοκρατίας μας.