
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίση που δεν περιορίζεται στην οικονομία ή στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία. Είναι μια κρίση βαθύτερη και πιο ουσιαστική: μια κρίση εμπιστοσύνης. Πολλοί πολίτες αισθάνονται απομακρυσμένοι από το κράτος, δύσπιστοι απέναντι στους θεσμούς και κουρασμένοι από την πολιτική αντιπαράθεση. Συχνά αντιλαμβάνονται την Πολιτεία όχι ως στήριγμα και εγγυητή της τάξης και της δικαιοσύνης, αλλά ως έναν μηχανισμό που δεν λειτουργεί υπέρ τους και δυσκολεύει την καθημερινότητά τους. Αυτή η αίσθηση δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά ούτε αποτελεί προϊόν μιας μόνο περιόδου. Είναι αποτέλεσμα χρόνιων παθογενειών, πελατειακών πρακτικών, αδύναμων θεσμών και της διάχυτης εντύπωσης ότι η λογοδοσία παραμένει συχνά ζητούμενο. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, είναι ότι αυτή η δυσπιστία έχει αρχίσει να θεωρείται κάτι φυσιολογικό και σχεδόν αναπόφευκτο.
Σε αυτό το περιβάλλον, όσοι πιστεύουν στη θεσμική τάξη, στην κοινωνική συνοχή και στην προσωπική και συλλογική ευθύνη οφείλουν να αναλάβουν ενεργό ρόλο. Η αποκατάσταση της σχέσης ανάμεσα στον πολίτη και την Πολιτεία δεν είναι απλώς ένα πολιτικό σύνθημα, αλλά μια αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η εμπιστοσύνη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε οργανωμένης κοινωνίας. Χωρίς αυτήν, οι θεσμοί αποδυναμώνονται, οι κανόνες αμφισβητούνται και η κοινωνία δυσκολεύεται να προχωρήσει μπροστά με σταθερότητα και αυτοπεποίθηση.
Η κρίση εμπιστοσύνης δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτικής διαχείρισης· είναι και ζήτημα αξιών. Όταν υποχωρούν έννοιες όπως το καθήκον, η αξιοκρατία, η υπευθυνότητα και η αίσθηση του κοινού καλού, τότε αποδυναμώνονται και οι ίδιοι οι θεσμοί. Όταν ο πολίτης πείθεται ότι «όλοι είναι ίδιοι», ότι η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί πάντα με τον ίδιο τρόπο και ότι οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε η δημοκρατία χάνει την ουσία της. Δεν αρκεί να υπάρχουν νόμοι και διαδικασίες· χρειάζεται να εφαρμόζονται με τρόπο δίκαιο και κατανοητό, ώστε να εμπνέουν εμπιστοσύνη και σεβασμό.
Η ανανέωση της χώρας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε οικονομικές παροχές, επιδοματικές πολιτικές ή γενικά και εύπεπτα συνθήματα. Αυτά μπορεί πρόσκαιρα να ανακουφίζουν, αλλά δεν λύνουν τα βαθύτερα προβλήματα. Χρειάζεται επιστροφή στα βασικά: στο κράτος δικαίου, στη θεσμική συνέπεια και στην προσωπική υπευθυνότητα. Χρειάζονται θεσμοί που να λειτουργούν με σαφείς και σταθερούς κανόνες, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς «παραθυράκια». Χρειάζονται πολιτικοί που να αναλαμβάνουν την ευθύνη των αποφάσεών τους και να λογοδοτούν έμπρακτα. Και, ταυτόχρονα, χρειάζονται πολίτες ενεργοί, που δεν περιορίζονται μόνο στη διαμαρτυρία, αλλά συμμετέχουν, ελέγχουν και συμβάλλουν.
Ένα ισχυρό κράτος δεν είναι ένα κράτος αυστηρό ή δυσκίνητο. Δεν είναι ένα κράτος που βασίζεται στον φόβο ή στην υπερβολική γραφειοκρατία. Είναι ένα κράτος αποτελεσματικό, διαφανές και προβλέψιμο. Ένα κράτος που εφαρμόζει τους νόμους με συνέπεια, προστατεύει τον πολίτη και δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας. Όταν οι κανόνες είναι ξεκάθαροι και ισχύουν για όλους, τότε το κράτος εμπνέει σεβασμό και όχι καχυποψία. Αυτή είναι η βάση για μια ουσιαστική κρατική ανασυγκρότηση που μπορεί να στηρίξει την κοινωνία στο σύνολό της.
Ιδιαίτερη ευθύνη φέρει και η πολιτική ηγεσία. Ο λαϊκισμός, οι υπερβολικές υποσχέσεις και η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας έχουν κουράσει τους πολίτες και έχουν μειώσει την αξιοπιστία της πολιτικής ζωής. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από εύκολες απαντήσεις ή από λόγια που αλλάζουν ανάλογα με το κλίμα της στιγμής. Έχει ανάγκη από ειλικρίνεια, σοβαρότητα και συνέπεια. Από ανθρώπους που λένε την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή είναι δύσκολη, και που παίρνουν αποφάσεις με γνώμονα το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια παίζουν η παιδεία και η καλλιέργεια της κοινωνικής συνείδησης. Δεν μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη στους θεσμούς χωρίς πολίτες με κριτική σκέψη, αίσθηση ευθύνης και γνώση της ιστορικής τους διαδρομής. Η εθνική ταυτότητα, η αλληλεγγύη, η πειθαρχία και η αξιοπρέπεια δεν είναι έννοιες ξεπερασμένες. Αντίθετα, αποτελούν στοιχεία συνοχής και σταθερότητας σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και συχνά δημιουργεί αβεβαιότητα.
Η αποκατάσταση της σχέσης πολίτη και Πολιτείας δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, συνέπεια και κοινή προσπάθεια. Είναι, όμως, απαραίτητη για το μέλλον της χώρας. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα βάση εμπιστοσύνης: κράτος που λειτουργεί, πολιτικούς που σέβονται τον ρόλο τους και πολίτες που συμμετέχουν ενεργά. Αν αυτή η προσπάθεια γίνει με ρεαλισμό, μετριοπάθεια και ήθος, μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια κοινωνία πιο ενωμένη, πιο ώριμη και πιο σίγουρη για το μέλλον της.